Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2016

ΑΝΤΩΝΙΟΣ Ο ΕΞ ΑΓΡΑΦΩΝ (ἁγιογράφος)

Ὁ ἁγιογράφος Ἀντώνιος ὁ ἐξ Ἀγράφων στὴν Ἰθάκη τὸν 17ο αἰώνα.
Ἀπὸ τὴν περιοδικὴ ἔκδοση ὀρθοδόξου οἰκοδομῆς καὶ ἐπικοινωνίας «Ὁ Παπουλάκης», ποὺ ἐκδίδεταιι στὴν Ἰθάκη, κυκλοφορήθηκε τό «Ἡμερολόγιον 2016»,[1] τὸ ὁποῖο εἶναι ἀφιερωμένο στὸν ἱστορικό, περικαλλῆ καὶ κατάφορτο μεταβυζαντινῶν ἁγιογραφιῶν Ἱ. Ν. Κοιμήσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου Ἀνωγῆς Ἰθάκης· ἕνα θρησκευτικὸ καὶ ἱστορικὸ μνηνεῖο τῆς Ἰθάκης, ἀπὸ τὰ παλαιότερα (17ου αἰ.) ποὺ σώζονται στὸν τόπο αὐτὸν ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλα τὰ Ἑπτάνησα. 
Τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ Ἱ. Ν. Κοιμήσεως Ὑπεραγίας Θεοτόκου Ἀνωγῆς Ἰθάκης (πηγή: http://numbers.lexitel.gr/article.asp?catid=29843&subid=2&pubid=63976575)  

 Ὁ Ναός, ὁ ὁποῖος βρίσκεται στὸ κέντρο τοῦ ὀρεινοῦ οἰκισμοῦ Ἀνωγὴ τῆς Ἰθάκης καὶ σὲ ὑψόμετρο 550 μ., ἁγιογραφήθηκε περὶ τὸ 1670 ἀπὸ τὸν ἀγραφιώτη ἁγιογράφο Ἀντώνιο τὸν ἐξ Ἀγράφων,[2] ὅπως ὑπογράφει στὸ ὑπέρθυρο τοῦ τέμπλου: «πόνο(ς) Ἀντωνίου μ(αΐστορ;)ος τοῦ ἐξ Ἀγράφων ἴσθι»,[3] ἐπὶ ἀρχιερατείας τοῦ Ζακύνθου, Κεφαλληνίας καὶ Ἰθάκης Παϊσίου Χοϊδᾶ (1662-1683).[4]
 
«πόνο(ς) Ἀντωνίου μ(αΐστορ;)ος τοῦ ἐξ Ἀγράφων ἴσθι».
   
Στὸν Ἀντώνιο τὸν ἐξ Ἀγράφων ἀποδίδονται καὶ δύο ἄλλες εἰκόνες χρονολογημένες τὸ 1641. Ἡ Θεοτόκος Βρεφοκρατοῦσα καὶ προφῆτες, ἡ ὁποία σώζεατι στὴ Συλλογὴ W. Flachsman, στὴ Ζυρίχη τῆς Ἑλβετίας, ὅπου ὑπογράφει ὡς: «Σκέπε τὸν δοῦλο σου Ἀντώνην ὁ γράψας ταπεινὸς δοῦλος…» καὶ ὁ Χριστὸς Ἔνθρονος καὶ ἀπόστολοι στὴ Συλλογή, M. le   Curé Felber, Buchrain,στὴν Ἑλβετία.[5]
   
Κοίμησις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.
Τοιχογραφία στὸ τέμπλο
τοῦ Ἱ. Ν. Κοιμήσεως Ὑπεραγίας Θεοτόκου
 Ἀνωγῆς Ἰθάκης
(φωτο: Γεώργιος Θ. Δελλαπόρτας).

 Πρώτη μνεία τοῦ Ναοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι μονόχωρο μεγάλων διαστάσεων κτίσμα μετὰ ξυλίνου διωρόφου γυναικωνίτη, ἔχουμε στὰ 1565, οἱ δὲ ἁγιογραφίες του, ὅπου μπορεῖ κάποιος νὰ θαυμάσει τὸ ἔργο τοῦ Ἀντωνίου τοῦ ἐξ Ἀγράφων, στερεώθηκαν καὶ καθαρίστηκαν στὴ δεκαετία τοῦ 1980 ἀπὸ τὸν συντηρητὴ-ἁγιογράφο κ. Ἀναστάσιο Κουτσουρῆ μὲ δαπάνη τοῦ ἀειμνήστου Γράτσου. Στὸν αὔλειο χῶρο τοῦ Ναοῦ βρίσκεται  πέτρινο ἐπιβλητικὸ καμπαναριό, ποὺ χτίστηκε ἐπὶ Ἑνετοκρατίας.[6] Τὸν 16-17ο αἰ. ὁ Ναὸς λειτουργοῦσε ὡς μητροπολιτικός, καθὼς ἡ Ἀνωγὴ ἦταν ἡ τότε πρωτεύουσα τῆς Ἰθάκης.

Τὸ καμπαναριὸ στὸν αὔλειο χῶρο 
τοῦ Ἱ. Ν. Κοιμήσεως Ὑπεραγίας Θεοτόκου
 Ἀνωγῆς Ἰθάκης 
(φωτο: Γεώργιος Θ. Δελλαπόρτας).
Στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ Ναοῦ, 
τὸ θέρος τοῦ 2001. 
Ὁ ἱεροψάλτης κ. Γεράσιμος Κουτσουβέλης
ξεναγεῖ προσκυνήτρια.

  Τὰ κείμενα καὶ ἡ ἐπιμέλεια τοῦ ἡμερολογίου εἶναι μὲ τὴν φροντίδα τοῦ ἐφημερίου τοῦ Ἱ. Ν. Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου (Γαρδελάκι) στὸ Βαθὺ τῆς Ἰθάκης π. Θεοδοσίου Ἰ. Δενδρινοῦ, τοῦ δασκάλου καὶ ἱεροψάλτη Κωνσταντίνου Π. Κανέλλου καὶ τῆς κ. Λουΐζας Γ. Δόριζα.

                                                                          Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης




         [1]. Ἡμερολόγιον 2016, ἐπιμέλεια-κείμενα-διορθώσεις π. Θεοδόσιος Δενδρινός, Κωνσταντῖνος Π. Κανέλλος, Λουΐζα Δόριζα, ἔκδ. «Ὁ Παπουλάκης», Ἰθάκη 2016.
         [2]Γιὰ τὸν ζωγράφο Ἀντώνιο τὸν ἐξ Ἀγράφων βλ. Σταυρούλα Σδρόλια, Οἱ τοιχογραφίες  τοῦ καθολικοῦ τῆς μονῆς Πέτρας καὶ ἡ ζωγραφικὴ τῶν Ναῶν τῶν Ἀγράφων τοῦ 17ου αἰώνα, [ὑπουργεῖο Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων, Πολιτισμοῦ καὶ Ἀθλητισμοῦ ‒ Γενικὴ Γραμματεία Πολιτισμοῦ ‒ Ἀρχαιολογικὸ Ἰνστιτοῦτο Θεσσαλικῶν Σπουδῶν], Βόλος 2012, σ. 398-399. Ἐνδεχομένως «ὁ ζωγράφος προερχόταν ἀπὸ τὴ σχολὴ Βραγγιανῶν τῶν Ἀγράφων (Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων) στὴν ὁποία διατηροῦνταν ἡ Βυζαντινὴ Παράδοση. Οἱ μορφὲς τῶν ἁγίων καὶ οἱ στάσεις τους εἶναι τυποποιημένες, καὶ ἡ θέση τους στὸν Ναὸ ὁρισμένη, μὲ τὴν πνοή, τὸ χρῶμα καὶ τὴν ἔκφραση ποὺ δίνει ὁ ζωγράφος. Σύμφωνα μὲ ἐπιγραφὴ στὸ πέτρινο τέμπλο ὁ Ἀντώνιος ὁ ἐξ Ἀγράφων παρέδωσε τὶς εἰκόνες στὰ 1680», (βλ. http://www.imli.gr/metropolis/churches/church_koimiseos_theotokou-2/ 15-3 -2015, 23.30)
          [3] Ὁ λόγιος αὐτὸς τύπος τῆς ὑπογραφῆς, «συμβαδίζει καὶ μὲ τὸ ὕφος τοῦ διακόσμου, ποὺ δείχνει ἐξοικείωση τόσο μὲ τὶς θεολογικὲς ἔννοιες, ὅσο καὶ μὲ τὴν ὄψιμη κρητικὴ ζωγραφικὴ εἰκόνων, ποὺ εἶναι γνωστὸ ὅτι ἀσκεῖται στὰ Ἑπτάνησα. Ἀνάλογη τέχνη δὲν ὑπάρχει στὴν περιοχὴ τῶν Ἀγράφων  τὴν περίοδο αὐτή, ἐκτὸς ἴσως ἀπὸ τὴν περίπτωση τοῦ Πετρίλου, μὲ τὴν ὁποία συγγενεύει ἐπιπλέον καὶ ὁ βλαστὸς ἀμπέλου τῆς Ἀνωγῆς»·  Σδρόλια, Οἱ τοιχογραφίες  τοῦ καθολικοῦ τῆς μονῆς Πέτρας, σ. 398-399.
         [4]. Γιὰ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Κεφαλληνίας, Ζακύνθου καὶ Ἰθάκης Παΐσιο Χοϊδᾶ, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται ὁσιακὴ μορφὴ τῆς Κεφαλλονιᾶς καὶ τῶν Ἰονίων, βλ. Σωτήριος Δ. Ραζῆς, Παΐσιος ὁ Χοϊδᾶς, ἀρχιεπίσκοπος Κεφαλληνίας, Ζακύνθου καὶ Ἰθάκης (ἀκμάσας κατὰ τὸν 17ον αἰώνα), ἐκ τοῦ Τυπογραφείου ‘‘Σφαῖρας»’’, ἐν Πειραιεῖ 1903.  Στὸ κτιστὸ πέτρινο τέμπλο ὁ ἐπισκέπτης διαβάζει –μεταξὺ ἄλλων– στὴν ἐπιγραφή: «Μητροπολίτου Κεφαλληνίας καὶ Ἰθάκης Παϊσίου Χοιδᾶ 1680», (βλ. http://www.imli.gr/metropolis/churches/church_koimiseos_theotokou-2/ 15-3 -2015, 23.30)
        [5]. Μανόλης Χατζηδάκης, Ἕλληνες ζωγράφοι μετὰ τὴν Ἅλωση (1450-1830), Κέντρο Νεοελληνικῶν Ἐρευνῶν Ε.Ι.Ε., Ἀθήνα 1987, σ. 172· Σδρόλια, Οἱ τοιχογραφίες  τοῦ καθολικοῦ τῆς μονῆς Πέτρας, σ.399, ὅπου, ὅμως, ἡ κ. Σδρόλια σημειώνει πώς: «Ἡ  ὁμοιομορφία καὶ ὁ ἀντικλασικὸς χαρακτήρας τῶν μορφῶν φανερώνουν ζωγράφο ἐμπειροτεχνικοῦ ἐπιπέδου, ποὺ ἀντιγράφει ἕνα γνωστὸ πρότυπο μὲ τὰ δικά του μέσα, καὶ σὲ καμμία περίπτωση δὲν σχετίζεται μὲ τὸν Ἀντώνιο, οὔτε ὑπάρχουν στοιχεῖα γιὰ τὴν Ἀγραφιώτικη καταγωγή του».
         [6] . Ἡμερολόγιον 2016, σ. 29-35.