Ἑλληνομουσεῖον (τό). Ὀνομασία διδομένη πολλαχοῦ, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, εἰς τὰ σχολεῖα ἀνωτέρων πως σπουδῶν. Περί «κοινῶν ἑλληνομουσείων ἐπ᾿ ὠφελείᾳ τοῦ γένους κοινῇ» γίνεται λόγος καὶ ἐν σιγιλλίῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Γρηγορίου Ε', ἐκδοθέντι κατ᾿ Αὔγουστον τοῦ 1819.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν διαδικτυακὸ χῶρο, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς φίλους τῆς χώρας τῶν Ἀγράφων, φιλοξενοῦνται κείμενα, ἄρθρα, μελέτες, ἀνακοινώσεις, βιβλία εἰκόνες, ταινίες ποὺ ἀφοροῦν ἢ παραπέμπουν στὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις, τὸ φυσικὸ περιβάλλον τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῶν Ἀγράφων, ὅπως αὐτὸς ἦταν γνωστὸς στὴν ὕστερη βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ μεταβυζαντινὴ ἐποχή. Σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι νὰ γίνουν γνωστὰ καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν, κατὰ τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ὅλα ἐκεῖνα τά ‒ἀνὰ τοὺς αἰῶνες‒ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ τόπου μας καὶ τῶν ἀνθρώπων του.

Κυριακή, 19 Ιουνίου 2016

Ἠλίας Λιάσκος († 17 Ἰουνίου 2016)


 Στὰ Μεγ. Βραγγιανά,
Στὸ Συνέδριο
«Τὰ  Ἄγραφα στὴ διαδρομὴ τῆς Ἱστορίας»,
 στὶς 10 Αὐγ. 2008
Τὸ «Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων» ἐκφράζει τὴν βαθύτατη λύπη του γιὰ τὴν εἰς Κύριον ἐκδημίαν, στὶς 17 Ἰουνίου ἔ. ἔ., τοῦ Ἠλία Λιάσκου, προέδρου τῆς ἱστορικῆς «Πανευρυτανικῆς Ἑνώσεως». Ὁ συμπατριώτης, φίλος, ἐπιστήμων, συνεργάτης, ὁ ἀνθρωπιστὴς  καὶ ἀνιδιοτελὴς ἀγωνιστὴς τοῦ δικαίου Ἠλίας Λιάσκος δὲν «μένει» πιὰ ἐδῶ. Εἴχαμε τὴν ἀγαθὴ τύχη νὰ συνεργαστοῦμε γόνιμα μαζί του ἐπὶ πολλὰ ἔτη γιὰ τὰ ζητήματα τῆς μελέτης καὶ τῆς ἀνάδειξης τῆς ἱστορικῆς καὶ πολιτισμικῆς κληρονομιᾶς τῶν Ἀγράφων. Εἴχαμε τὸ προνόμιο νὰ εἴμαστε μέλη τοῦ κύκλου τῶν φίλων του καὶ ζήσαμε μαζὶ ἀλησμόνητες προσωπικὲς  στιγμές. 
  
Ἀπὸ τὴν ὁμιλία του 
στὸν χῶρο τῆς πηγῆς «Φοντάνα» 
τῶν Μεγ. Βραγγιανῶν
 στὶς 10 Αὐγ. 2008
Εἴχαμε τὴν μεγάλη τιμή, στὶς 10 Αὐγούστου 2008, νὰ εἶναι ὁμιλητὴς στὸν χῶρο τῆς πηγῆς «Φοντάνα», στὸν τόπο ὅπου πάλαι ποτὲ ἦταν ἡ ἕδρα τῶν Σχολῶν τῶν Ἀγράφων, μὲ θέμα: «Ἡ Ἰατρικὴ στὶς Σχολὲς τῶν Ἀγράφων» στὸ πλάισιο τοῦ Συνεδρίου «Τὰ Ἄγραφα στὴ διαδρομὴ τῆς Ἱστορίας». 
Ἀπὸ τὴν ὁμιλία του 
στὸν χῶρο τῆς πηγῆς «Φοντάνα» 
τῶν Μεγ. Βραγγιανῶν 
στὶς 10 Αὐγ. 2008
Τελευταίως μάλιστα ἦταν  εὐεργετικὴ γιὰ τὸν τόπο καὶ τὴν ἐνορία μας ἡ καταλυτικὴ συμβολή του στὴ ἀπόκτηση προσωπικῶν λειτουργικῶν ἀντικειμένων-κειμηλίων τοῦ μακαρίου ἱερέως τῶν Μεγάλων Βραγγιανῶν, παπα-Λάμπρου Ἀλβανοῦ. Εὐγενής, ἀγαπητικὴ ψυχὴ ὁ Ἠλίας Λιάσκος· ἀλλὰ καὶ ἀνδρεία παρουσία, βγαλμένη λὲς ἀπὸ τοὺς ἀγῶνες τῆς πατρίδας: τὶς ἀγωνιστικὲς ἡρωϊκὲς μορφὲς τοῦ 1821, τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα καὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως. Στὰ δάκρυα τοῦ οἰκογενειακοῦ περιβάλλοντός του ἂς συνενώσουμε ἐμεῖς οἱ Ἀγραφιῶτες, τὴ θλίψη μας, τὰ δάκρυά μας γιὰ τὴν ἀδόκητη ἀπώλεια τοῦ ἐκλεκτοῦ αὐτοῦ τέκνου τῶν ἱστορικῶν Ἀγράφων.  Ἡ μητέρα γῆ τῶν Ἀγράφων ἂς καλύψει ἐλαφρῶς τὴν εὐγενῆ  Του μορφή, οἱ δὲ οὐρανοὶ ἂς δεχθοῦν τὴν Μακαρία ψυχή Του ἐν ταῖς Σκηναῖς τῶν Δικαίων.

 
                              
Στὰ Μεγ. Βραγγιανά, 
Στὸ Συνέδριο «Τὰ  Ἄγραφα στὴ διαδρομὴ τῆς Ἱστορίας»,
 στὶς 10 Αὐγ. 2008, 
μαζὶ μὲ τὸν κ. Γιάννη Καρυδά, 
τὴν κ. Δήμητρα Μαραγιάννη καὶ τὸν κ. Ἀνδρέα Καμπιτζιώνη
        








Στὰ Μεγ. Βραγγιανά, 
Στὸ Συνέδριο 
«Τὰ  Ἄγραφα στὴ 
διαδρομὴ τῆς Ἱστορίας», 
στὶς 10 Αὐγ. 2008

ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ὁ Ἠλίας Λιάσκος γεννήθηκε τὸ 1945 στὸν συνοικισμὸ Φουσιανὰ τῆς κοινότητας Πρασιά (Ζελενίτσα) τῶν Ἀγράφων τῆς Εὐρυτανίας. Μέλος πολυμελοῦς οἰκογένειας (ἑπτὰ ἀδέλφια· πέντε ἄρρενα καὶ δύο θήλεα) μαθήτευσε στὸ Δημοτικὸ Σχολεῖο τῆς γενέτειράς του καὶ ἔκαμε τὶς γυμνασιακές του σπουδὲς στὴν Ἀθήνα ὡς μαθητὴς νυκτερινοῦ σχολείου καὶ ταυτόχρονα ἐργαζόμενος. Φοίτησε στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ ΑΠΘ καὶ κατόπιν ὑπηρέτησε ὡς φιλόλογος στὴ Μέση Ἐκπαίδευση κυρίως στὴ Σχολὴ Ἀναβρύτων στὴν Ἀθήνα καὶ στὰ Σχολεῖα Ἑλληνοπαίδων Ἐξωτερικοῦ στὴ Γερμανία. Παντρεύτηκε τὴν Ἑλένη Χαλαστάνη ἀπὸ τὴν Πρασιὰ τῶν Ἀγράφων καὶ ἀπέκτησαν δύο τέκνα τὸν Γεώργιο καὶ τὸν Ἀριστείδη. Ὑπῆρξε μέλος τοπικῶν πολιτιστικῶν συλλόγων τῆς περιοχῆς καταγωγῆς του –κυρίως τοῦ Συλλόγου Ἀπεραντίων–  καὶ ὑπεύθυνος  ὕλης τοῦ περιοδικοῦ  «Ἀπεραντιακά». Ἐπὶ τρεῖς δεκαετίες ἦταν ἐνεργὸ μέλος τῆς ἱστορικῆς «Πανευρυτανικῆς Ἕνωσης», μέλος Δ.Σ., Γραμματέας καὶ τὴν τελευταία διετία Πρόεδρός της. 



Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2016

ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΟΥ ΚΟΡΥΔΑΛΕΑ

Ἠλίας Τεμπέλης, “ ἐπίδραση τῆς Εὐρωπαϊκῆς φιλοσοφίας τοῦ 17ου αἰώνα στὴ διαμόρφωση τῆς πρώιμης Νεοελληνικῆς φυσικῆς φιλοσοφίας: περίπτωση τοῦ Θεόφιλου  Κορυδαλέα”, στὸ Χρῆστος Ἀθ. Τερέζης (ἐπιμ.), Τόκος ἐν καλῷ. Τόμος τιμητικός – Ἀφιέρωμα στὸν Αὔγουστο Μπαγιόνα, Ἀθήνα 2016, σσ. 275-291.

   Ἀπὸ τὰ νεοελληνικὰ ὑπομνήματα τοῦ 17ου αἰώνα στὸ ἀριστοτελικὸ ἔργο Φυσικὴ ἀκρόασις, ἐκεῖνο τοῦ Θεόφιλου Κορυδαλέα (1574-1646) ἐκδόθηκε τὸ 1779. Σὲ αὐτὴν τὴ μελέτη ἀρχικὰ ἀνακεφαλαιώνονται οἱ ὑπάρχουσες ἐνδείξεις σχετικὰ μὲ τὴν ἐπίδραση, τὴν ὁποία ἄσκησε ὁ νεοαριστοτελικός Τσέζαρε Κρεμονίνι (1550-1631) στὸν μαθητή του Θεόφιλο Κορυδαλέα, δεδομένου ὅτι ἀμφότεροι δίδασκαν καὶ ὑπομνημάτιζαν τὴν ἀριστοτελικὴ φυσικὴ φιλοσοφία κατὰ παρόμοιο τρόπο. Στὴ συνέχεια περιγράφεται ἕνα ἀνώνυμο χειρόγραφο τοῦ 17ου αἰώνα, ποὺ ἀνακαλύφτηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1999 καὶ συνιστᾶ χαρακτηριστικὴ μαρτυρία ὡς πρὸς τὴν πρακτική τοῦ Κορυδαλέα κατὰ τὴ σύνθεση τοῦ ὑπομνήματός του. Τὸ χειρόγραφο σώζει ἐκτενῆ σχόλια του Κορυδαλέα στὴ Φυσικὴν ἀκρόασιν, ἀλλὸ τὸ περιεχόμενο τῶν σχολίων στα βιβλία Α΄, Β΄ και Ε΄ ἀντιστοιχεῖ σὲ πρώιμη μορφὴ τῶν ἐκδοθέντων σχολίων του καὶ φαίνεται νὰ παρουσιάζει ὁμοιότητες πρὸς ὁρισμένες ἀνέκδοτες πραγματεῖες τοῦ Κρεμονίνι. Γραφέας τῶν σχολίων στὰ βιβλία Α΄-Ε΄ ἦταν μᾶλλον ὁ μαθητὴς τοῦ Κορυδαλέα Εὐγένιος Γιαννούλης (τέλη 16ου αι. - 1682), ἐνῶ τῶν σχολίων στὸ βιβλίο Η΄ δὲν ἀποκλείεται νὰ ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Κορυδαλέας. Συνεπῶς, μπορεῖ νὰ ὑποτεθεῖ ὅτι αὐτὸ ἦταν προσωπικὸ χειρόγραφο τοῦ Κορυδαλέα.

Δεῖτε ὅλο τὸ ἄρθρο ἐδῶ

Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2016

ΑΛΣΣΑΙΟΣ, ΜΕΓΑΛΩΝ ΒΡΑΓΓΙΑΝΩΝ

                                                                                               Ἀντωνίῳ τῷ Ἔμφρονι· γενέσιον
Τὸ ναΰδριον τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου στὰ Μεγάλα Βραγγιανὰ τῶνἈγράφων
Σὲ παλαιότερους χρόνους, στὸν τόπο τοῦ «Ἐλληνομουσείου Ἀγράφων», στὰ Μεγάλα Βραγγιανὰ τῶν Ἀγράφων, στὶς 14 Ἰουνίου, ἐτιμᾶτο ἡ μνήμη τοῦ προφήτου Ἐλισσαίου στὸ ὁμώνυμο ναΰδριο, τὸν «Ἁλσσαῖο», ὅπως ἀποκαλεῖται στὸ τοπικὸ γλωσσικὸ ἰδίωμα τῶν Ἀγράφων,[1] τὸ ὁποῖο βρισκόταν 500 μέτρα δυτικὰ τοῦ συνοικισμοῦ Καψαλέικα καὶ 600 περίπου μέτρα βορειοδυτικὰ τοῦ συνοικισμοῦ Γραμματικᾶδες ἢ Παρθενέϊκα, ψηλά, εἰς ἅλω ἐλατοβριθοῦς ράχεως.
Ἐρείπια τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου Μεγ. Βραγγιανῶν
 Σήμερα, στὸν τόπο αὐτὸν μὲ τὴν γοητευτικὴ ἀπὸ ἀπόψεως φυσικοῦ περιβάλλλοντος θέση, σώζονται ἀκόμη ἐρείπια τοῦ ναοῦ, ἴχνη ἑνὸς ἔνδοξου λατρευτικοῦ παρελθόντος: διαγράφεται τὸ περίγραμμά του καὶ κάποια ἴχνη ἀπὸ τὰ λειτουργικὰ μέρη τοῦ ναοῦ (εἴσοδος, δάπεδο, ἁγία τράπεζα), ὅπως διαπιστώσαμε σὲ ἐπίσκεψή μας στὶς 22 Νοεμβρίου 2015 μὲ συνοδὸ τὸν ἐπίτροπο τῆς ἐνορίας Ἀριστείδη Θωμ. Τσιώλη. 
Ἄποψη τοῦ τόπου ὅπου βρισκόταν ὁ ‘’Ἁλσσαῖος’’
Ὁ Χριστόφορος Ἀλεξάκης στὴ μονογραφία του «Βραγγιανὰ Ἀγράφων καὶ Ἑλληνομουσεῖο Ἀγράφων», ἀφοῦ δηλώνει πὼς κατὰ τὴν παράδοση «Ἡ ἐκκλησία πρέπει νὰ χτίστηκε πολὺ παλιά» ἀναφέρει δέ, πὼς σὲ ἐπίσκεψή του τὴν δεκαετία τοῦ ᾿60, «διακρίνονταν ἀκόμη τότε, μικρὸ μέρος τοῦ δαπέδου κατασκευασμένο μὲ κεραμικά. Σύμφωνα μὲ τὴν τοπικὴ παράδοση ἦταν ἀσκητήριο».[2] 

Δυτικὴ εἴσοδος στὸ ναΰδριον τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου Βραγγιανῶν
 Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦταν, σὲ συνεννόηση μὲ τὶς ἁρμόδιες ὑπηρεσίας καὶ μὲ πρωτοβοθυλία τῆς Ἐνορίας τῶν Μεγάλων Βραγγιανῶν νὰ ὑπάρξει, κατ᾿ ἀρχήν, πρόσβαση στὸν τόπο καὶ στὴ συνέχεια μία ἐναρμονισμένη στὸν τόπο καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ἀνοικοδόμηση τοῦ ναϋδρίου μὲ τὴν ἀνάλογη διευθέτηση τοῦ περιβάλλοντος χώρου. 

Χειρόγραφος χάρτης τῶν Μεγάλων Βραγγιανῶν (λεπτομέρεια)  
τοῦ χώρου ὅπου βρισκόταν ὁ ναὸς τοῦ προφήτου Ἐλισσαίου

Οἱ ναοὶ ποὺ ἔχουν ἀφιερωθεῖ στὸν Ἁγιο Ἐλισσαῖο εἶναι ἐξαιρετικὰ σπάνιοι μὲ πλέον γνωστὸ αὐτὸν τῆς Πλάκας τῶν Ἀθηνῶν ὅπου ἔψαλλαν κατὰ τὶς ἀγρυπνίες ποὺ εἶχαν καθιερώσει τὴν περίοδο ἐκείνη οἱ τριτεξάδελφοι Σκιαθίτες λόγιοι Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης καὶ Ἀλέξανδος Μωραϊτίδης ἀλλὰ καὶ ὁ καρπενησιώτης λόγιος καὶ ἀκαδημαϊκός, Ζαχαρίας Παπαντωνίου.[3] 
Ναΰδριον τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου Βραγγιανῶν·
μέρος τῆς Ἁγίας Τράπεζας
 Ἐπίσης, στὸ ὅμορο τῶν Μεγ. Βραγγιανῶν χωριό, τὸ Πετρῆλο σώζεται, πάνω ἀπὸ τὴ μονὴ Πετρήλου, προσκυνητάρι τοῦ Ἁγ. Ἐλισσαίου, καὶ ὁμώνυμο τοπωνύμιο. Παρὰ τὸ γεγονὸς πὼς δὲν σώζονται ἴχνη ναοῦ πιθανολογεῖται ὕπαρξη του κατὰ το παρελθόν.[4] 
Στηθάριον τοῦ προφήτου Ἐλισσαίου
στὸν ναὸ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς Μεγ. Βραγγιανῶν


Προσκυνητάριο τοῦ ἁγίου Ἐλισσαίου στὸ Πετρίλο τῶν Ἀγράφων
Ἀκόμη, στὸν εἰκονογραφικὸ κύκλο τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, καθολικὸ τῆς πάλαι ποτε ὁμωνύμου μονῆς τῶν Μεγ. Βραγγιανῶν, ὅπου ἱερουργοῦσαν καὶ ἐδίδασκαν ὁ Εὐγένιος Γιαννούλης ὁ Αἰτωλός (1597-1682) καὶ ὁ μαθητής του Ἀναστάσιος ὁ Γόρδιος (1654-1729), στὸν τοιχογραφικὸ διάκοσμο τοῦ Ναοῦ σώζεται, στὸν βόρειο τοῖχο, στηθάριον τοῦ προφήτου Ἐλισσαίου, [5] ἔργο (1648) ἀγνώστου ἁγιογράφου καὶ τοῦ ἐργαστηρίου του.[6]
                                                    Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης


Δεῖτε ἐδῶ: ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΕΛΙΣΣΑΙΟΥ καὶ ἀφήγησις τῶν θαυμάτων αὐτοῦ (κατὰ τὴν Γραφήν) ὑπὸ Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδου 1925


[1] Ἁλσσαῖος < Ἁϊλισσαῖος < Ἅγιος Ἐλισσαῖος.
[2] Χριστόφορος Δ. Ἀλεξάκης, Μεγάλα Βραγγιανὰ καὶ  Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων, Ἀθήνα 1990, 206.
[3] Ἑταιρεία Παπαδιαμάντικῶν Σπουδῶν, Ἅγιος Ἐλισσαῖος, ἐπιμ. Φώτιος Δημητρακόπουλος, ἐκδ. ERGO, σ. 39,43.
[4]  Βλ. Νίκος Χόντζιας, Πετρίλο, Ἀθήνα 1999, σ. 87.
[5] Γιὰ τὶς τοιχογραφίες τῆς Ἁγ. Παρασκευῆς Μεγ. Βραγγιανῶν βλ. Σταυρούλα Σδρόλια, Οἱ τοιχογραφίες  τοῦ καθολικοῦ τῆς μονῆς Πέτρας καὶ ἡ ζωγραφικὴ τῶν Ναῶν τῶν Ἀγράφων τοῦ 17ου αἰώνα, [ὑπουργεῖο Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων, Πολιτισμοῦ καὶ Ἀθλητισμοῦ ‒ Γενικὴ Γραμματεία Πολιτισμοῦ ‒ Ἀρχαιολογικὸ Ἰνστιτοῦτο Θεσσαλικῶν Σπουδῶν], Βόλος 2012, σ. 52-53.
[6] Ὁ Ἰωάννης Σ. Βιταλιώτης ταυτίζει τὸν ἁγιογράφο τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς Μεγ. Βραγγιανῶν μὲ ἐκεῖνον τοῦ νάρθηκα τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου Μεγ. Βραγγιανῶν καθὼς καὶ μὲ ἐκεῖνον τῆς μονῆς Ἁγ. Στεφάνου Μετεώρων καὶ σημειώνει: «Καταγόμενος ἴσως ἀπὸ τὴν Δυτικὴ Μακεδονία, ἐργάστηκε στὴ μονὴ Ἁγίου Στεφάνου, μᾶλλον μεταξὺ 1625 καὶ 1640· στὴ συνέχεια, μετακινούμενος πρὸς νότο, κατέληξε τὸ 1648, τὸ ἀργότερο, στὴν περιοχὴ τῶν Ἀγράφων»· Ἰωάννης Σ. Βιταλιώτης, «Οἱ τοιχογραφίες τοῦ νάρθηκα τοῦ Ἁγ. Ἰωάννη Θεολόγου Βραγγιανῶν», Ὁ Ἀναστάσιος Γόρδιος καὶ ἡ περιοχὴ τῶν Ἀγράφων, Πρακτικὰ Ἡμερίδας, Μεγ. Βραγγιανά, 25 Ἰουλίου 2004, ἔκδ. Πολιτιστικὸς Σύλλογος Βραγγιανιτῶν «Ἀναστάσιος Γόρδιος», ἐπιμ. Κων. Τσιώλης, Ἀθήνα 2005, σ. 80

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2016

ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΣΤΙΣ ΚΑΡΥΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ. ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΠΑΡΘΕΝΙΟΥ ΤΟΥ ΣΚΟΥΡΤΟΥ ΤΟΥ ΕΞ ΑΓΡΑΦΩΝ

Δεσποτικὴ εἰκόνα τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Χριστοῦ, ποὺ βρίσκεται στὸ Ζωγραφίτικο κελλὶ τῆς Ἀναλήψεως

Δεσποτικὴ εἰκόνα Ἀναλήψεως τοῦ Σωτῆρος.
Στὶς Καρυὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους
Πρόκειται γιὰ μία ἀπὸ τὶς καλλιτεχνικότερες εἰκόνες τοῦ ἐργαστηρίου τοῦ ἱερομονάχου Παρθενίου τοῦ Σκούρτου τοῦ ἐξ Ἀγράφων. Στό κάτω μέρος εἰκονίζεται ἡ Θεοτόκος ἐν μέσῳ τῶν Ἀποστόλων, ἐνῶ στὸ πάνω μέρος τῆς ἐντυπωσιακῆς σύνθεσης εἰκονίζεται ὁ ἀναληφθεὶς Κύριος ἐντὸς ἡμικυκλικῆς δόξας, καθήμενος ἐπὶ χερουβίμ. Τὴ δόξα περιβάλλουν νεφέλες ἐνῶ γύρω ἀπὸ αὐτὴν πλῆθος ἀγγέλων, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ περισσότεροι κρατοῦν ἕνα μουσικὸ ὄργανο, ἀναγγέλουν μὲ πανηγυρικὸ τρόπο τὸ γεγονός. Κάτω ἀπὸ τὸν χορὸ τῶν ἀγγέλων, στὰ ἀριστερὰ καὶ δεξιὰ τῆς σύνθεσης, εἰκονίζονται οἱ προφῆτες Δαβὶδ καὶ Ζαχαρίας, ποὺ εἶχαν προαναγγείλει τὸ γεγονός.

 Τὸ πολὺ ἐντυπωσιακὸ εἶναι ὅτι ἡ εἰκόνα συνυπάρχει στὸ ἴδιο τέμπλο μὲ τὶς εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ Παντοκράτορος καὶ τῆς Θεοτόκου Ὁδηγητρίας, οἱ ὁποῖες θὰ πρέπει νά ἀποδοθοῦν στὸ ἐργαστήριο τοῦ ἱερομονάχου Διονυσίου τοῦ ἐκ Φουρνᾶ. 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

    Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου, Ὁ Ὅσιος ἱερομόναχος Παρθένιος ὁ ἐκ Φουρνᾶ τῶν Ἀγράφων ὁ Σκοῦρτος. Ὁ Βίος καὶ τὸ ζωγραφικό του ἔργο, ἔκδ. Πανευρυτανικὴ Ἕνωση, Ἀθήνα 2009.
    Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου, «Ἄγνωστες φορητὲς εἰκόνες τῶν ἱερομονάχων Διονυσίου καὶ Παρθενίου τῶν ἐκ Φουρνᾶ τῶν Ἀγράφων στὶς Καρυὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους (Μέρος Α΄)», Ἀρχεῖο Εὐρυτανικῶν Σπουδῶν καὶ Ἐρευνῶν 3 (2009), σ. 45-50.

Πηγή: http://agioritikoslogos.blogspot.gr/2016/06/blog-post_10.html

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2016

7 ΙΟΥΝΙΟΥ, ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΛΟΓΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΓΟΡΔΙΟΥ

Ἀναστάσιος ὁ Γόρδιος [Βρανιανά (νῦν Μεγ. Βραγγιανά) Ἀγράφων 1654 – Σάββατο 7 Ἰουνίου 1729].[1]
Ἡ Διαθήκη του.
Τὴν 1η Μαρτίου 1729, τρεῖς περίπου μῆνες πρὸ τῆς ὁσιακῆς κοιμήσεως του [7 Ἰουνίου 1729], ὁ Ἀναστάσιος Γόρδιος, διαισθανόμενος ἴσως τὸ πέρας τῆς ἐπιγείου παρουσίας του, συνέταξε τὴ διαθήκη του, τὴν ὁποία ὑπαγόρευσε στὸν κατὰ σάρκα (ἑτεροθαλῆ) ἀδελφό του καὶ μαθητή του ἱερομόναχο Εὐγένιο [Εὐθύμιο].[2] Τὸ πρωτότυπο τῆς Διαθήκης ‒ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Εὐγενίου‒  λανθάνει. Ἀντιγράφεται ὅμως μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Γορδίου στὸν κώδικα 171 τῶν Γενικῶν Ἀρχείων τοῦ Κράτους, πιθανώτατα, ἀπὸ τὸν ἱερομόναχο, γνωστὸ ἁγιογράφο καὶ συγγραφέα τοῦ ἔργου Ἑρμηνεία τῆς ζωγραφικῆς τέχνης καὶ αἱ κύριαι πηγαὶ αὐτῆς,[3] Διονύσιο τὸν ἐκ Φουρνᾶς τῶν Ἀγράφων, ὁ ὁποῖος ἦταν ὁ κάτοχος τοῦ κώδικα μέχρι τὴν κοίμησή του τὸ 1746. Μετὰ ἀντιγράφεται στοὺς ἄλλους κώδικες στοὺς ὁποίους σώζεται: ΕΒΕ 2188, 443,444, 1257 καὶ Μετ. Παν. Τάφου 120.[4]
Ἡ ἀρχὴ τῆς διαθήκης τοῦ Ἀναστασίου Γορδίου 
στὸν κώδικα 171 τῶν Γενικῶν Ἀρχείων τοῦ Κράτους.

Ἀπὸ τὴ διαθήκη τοῦ Γορδίου, ἕνα κείμενο μὲ ἀποκλειστικὰ πνευματικὸ περιεχόμενο, καταδεικνύεται τὸ ἐνάρετο τοῦ βίου καὶ τῶν ἀξιακῶν ἀντιλήψεών του.[5] Δύο εἶναι τὰ κύρια χαρακτηριστικὰ τῶν πεποιθήσεών ποὺ ἀναδεικνύονται ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τῆς διαθήκης του: ἡ ἀκλόνητη πίστη του στὶς ἀρχές, τὰ δόγματα καὶ τὶς παραδόσεις τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ ἡ ἀρετὴ τῆς ἀκτημοσύνης σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸν ταπεινό, ἡσύχιο καὶ λιτὸ βίο του.
Χαρακτηριστικὰ εἶναι δύο χωρία τῆς διαθήκης τοῦ Γορδίου:
«Ἀκλινῶς καὶ ἀμετατρέπτως διέμεινα καὶ λόγῳ καὶ ἔργῳ καὶ διανοίᾳ καὶ ταύτῃ τῇ ὁμολογίᾳ τῆς πίστεως τῆς ἁγιωτάτης καὶ καθολικῆς μητρὸς ἡμῶν ἐκκλησίας διάκειμαι μέχρι καὶ ἐσχάτης ἀναπνοῆς. Καὶ οὔτε εἰς λατινικόν τι δόγμα  διεφθαρμένον καὶ ἐναντίον τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας ἐξέκλινα πώποτε· οὔτε εἰς λουτερανικὸν καὶ καλβινικόν· τῶν κατὰ τοὺς καιροὺς τούτους ἐναντιωτάτων ἡμῖν τοῖς  πιστοῖς καὶ ὀρθοδόξοις χριστιανοῖς».[6]
«Οἱ μετ᾿ ἐμὲ ἀπολειφθέντες μοναχοί, οἵτινες ἂν εἶεν, πρωτεύοντος τοῦ ἐμοῦ κατὰ σάρκα καὶ κατὰ πνεῦμα ἀδελφοῦ καὶ πνευματικοῦ παιδὸς Εὐγενίου, σκεπτέσθωσαν ἀκριβῶς, ἵνα μὴ ὡς ἀνευλαβεῖς καὶ ἀμόναχοι μοναχοί, ὡς περὶ τῆς σωτηρίας τῆς ἑαυτῶν ψυχῆς μὴ φροντίζοντες, διαιτῶνται· ἀλλ᾿ ὥσπερ ἐγὼ χρυσίου ἢ ἱματισμοῦ ἢ δόξης κενῆς οὐκ ἐφρόντισα, οὕτω καὶ αὐτοὶ τῶν τοιούτων ἀπέχουσι καὶ τῇ εἰς Θεὸν ἐλπίδι στηριζόμενοι, οὐδενὸς τῶν ἀναγκαίων ἀπολειφθήσονται».[7]
Ὁ Ἀναστάσιος Γόρδιος ἔζησε καὶ δημιούργησε στὸ πνεῦμα τῆς διαθήκης του τὴν ὁποία παραδίδει ὡς παρακαταθήκη πνευματική, μαζὶ μὲ τὸ ὑπόλοιπο ἔργο του, γιὰ τὴ μελέτη τῶν σκέψεων καὶ τῆς πνευματικότητάς  του.

Ἐλαιογραφία τοῦ Ἀναστασίου Γορδίου, ἔργο Δημ. Βασιλείου. Συλλογὴ τοῦ Ἐθνικοῦ καὶ Ἱστορικοῦ Μουσείου. Ἡ ἐλαιογραφία φιλοτεχνήθηκε μὲ δαπάνη τοῦ Νικολάου Γορδίου, συμβούλου τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, υἱοῦ τοῦ διακεκριμένου Θεσσαλοῦ Γεωργίου Γορδίου (1875-1956), καθὼς πίστευαν πὼς ἦσαν ἀπόγονοι «τῆς εὐκλεοῦς καὶ ἱστορικῆς οἰκογενείας τῶν Γορδίων, οἵτινες διέπρεψαν ὡς σοφοὶ διδάσκαλοι τοῦ Γένους κατὰ τὴν Τουρκοκρατίαν»· Σ. Κ. Β. [=Σωκράτης Κ. Βάμβακος], «Γεώργιος Γόρδιος»,  Θεσσαλικὰ Χρονικὰ 10 (1971) 265. Τὸ ἔργο, διαστάσεων 31cm X 25cm, δωρήθηκε τὸ 1971 ἀπὸ τὸν Νικόλαο Γόρδιο  στὸ Ἐθνικὸ καὶ Ἱστορικὸ Μουσεῖο. 
                                                           
Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης



[1] Περὶ τοῦ βίου καὶ τοῦ ἔργου τοῦ Γορδίου βλ. Π. Βασιλείου, « Ἀναστάσιος Γόρδιος καὶ τὸ ἔργον του (1654-1729)», Θεσσαλικὰ Χρονικὰ 10 (1971) 129-156· τοῦ ἰδίου, μεγάλος Διδάσκαλος τοῦ Γένους Εὐγένιος Γιαννούλης Αἰτωλὸς καὶ οἱ σπουδαιότεροι μαθητὲς τῶν Σχολῶν τῶν Ἀγράφων, ἐκδ. Στεφ. Βασιλόπουλος, Ἀθήνα 21985, σ. 168 κ.ἑ.· Μάρκος Α. Γκιόλιας, Ἱστορία τῆς Εὐρυτανίας στοὺς Νεότερους Χρόνους (1393-1821), ἐκδ. Πορεία, Ἀθήνα 1999, σ. 462-476· Χριστόφ. Δ. Ἀλεξάκης, Μεγάλα Βραγγιανὰ καὶ Ἑλληνομουσεῖον Ἀγράφων, Ἀθήνα 1990, σ. 174-193· Γιάν. Β. Καρύτσας, Οἱ Αἰτωλοὶ Διδάσκαλοι, Ἀθήνα 2002, σ. 223-254· Κ. Θ. Δημαρᾶς, Ἱστορία τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, ἐκδ. Γνώση, Ἀθήνα 92000, σ. 138-140, καὶ GPodskalsky, Ἡ Ἑλληνικὴ Θεολογία ἐπὶ Τουρκοκρατίας 1453-1821, μτφρ. π. Γ. Δ. Μεταλληνός, ἐκδ. ΜΙΕΤ, Ἀθήνα 22008, σ. 383-386. Ἐπίσης, βιογραφικὰ τοῦ Γορδίου βλ. στὸ Ἀναστάσιος Γόρδιος, Ἀλληλογραφία (1675-1728), Ἔκδοση: Χαρίτων Καρανάσιος ‒ Ἰωάννα Κόλια, Προλεγόμενα-Σχόλια: Χαρίτων Καρανάσιος, τ. Α΄-Β΄, [Κέντρον Ἐρεύνης τοῦ Μεσαιωνικοῦ καὶ Νέου Ἑλληνισμοῦ / Ἀκαδημία Ἀθηνῶν], Ἀθήνα 2011, σ. 25-39, ὅπου ἀρκετὰ μέχρι τώρα δεδομένα στοιχεῖα ἀπὸ τὸν βίο καὶ τὸ ἔργο τοῦ Γορδίου ἀναθεωροῦνται καὶ τακτοποιοῦνται βάσει γραπτῶν πηγῶν (ἐπιστολῶν) τοῦ ἰδίου τοῦ Γορδίου.
[2] «Ἐν τῇ μονῇ τῶν Μεγάλων Βρανιανῶν: ‚αψκθω μαρτίου α΄η ἡμέρα Σαββάτῳ. Ἀναστάσιος ἱερομόναχος ὁ Γόρδιος ὑπηγόρευσα τὰ παρόντα καὶ ἐγράφησαν παρὰ τοῦ κατὰ σάρκα καὶ πνεῦμα μοι ἀδελφοῦ καὶ πνευματικοῦ παιδὸς Εὐγενίου»· Π. Ι. Βασιλείου, «Ὁ Ἀναστάσιος Γόρδιος καὶ τὸ ἔργον του», Θεσσαλικὰ Χρονικὰ 10 (1971) 146.
[3] Γιὰ τὸν Διονύσιο τὸν ἐκ Φουρνᾶς βλ. Κ. θ. Δημαρᾶς, «Θεοφάνους τοῦ ἐξ Ἀγράφων, Βίος Διονυσίου τοῦ ἐκ Φουρνᾶ», Ἑλληνικὰ 10 (1937-38) 213-271.
[4] Ἀναστάσιος Γόρδιος, Ἀλληλογραφία, σ. 126.
[5] Ἔκδοση τῆς Διαθήκης, βάσει τοῦ κώδικα ΕΒΕ 2188 στὸ Π. Ι. Βασιλείου, «Ὁ Ἀναστάσιος Γόρδιος», 129-156. Στὴν ὑποσημείωση ἀρ. 9, [σελ. 147] τῶν σημειώσεων σχετικὰ μὲ τὴν ἔκδοση τῆς Διαθήκης ὁ Βασιλείου –λανθασμένα – γράφει πώς: «Φαίνεται ὅτι κλάδος τῆς οἰκογενείας τῶν Γορδίων συνεχίστηκε, γιατὶ ὑπάρχει καὶ σήμερα στὸ Μορφοβούνι τῶν Θεσσαλικῶν Ἀγράφων τὸ ἐπώνυμο αὐτό». Ὅμως, ὡς γνωστὸν τὸ «Γόρδιος» δὲν ἦταν ἐπώνυμο τοῦ Ἀναστασίου ἀλλὰ προσωνύμιο τοῦ μοναχικοῦ [κοσμικό του τὸ Ἀλέξιος] «Ἀναστάσιος», τὸ ὁποῖον ἔλαβε ἀπὸ τὸν διδάσκαλό του Εὐγένιο Γιαννούλη τὸν Αἰτωλό (Μέγα Δένδρο Αἰτωλίας περ. 1597  - Βρανιανά, 6 Αὐγούστου 1682). Μάλιστα, τὸ προσωνύμιο «Γόρδιος» εἶχε προσδώσει προηγουμένως ὁ Γιαννούλης στὸν μεγαλύτερο τοῦ Ἀναστασίου ἀδελφό, τὸν Θεόδωρο, ὁ ὁποῖος ὅμως ἐκοιμήθη σὲ ἡλικία μόλις ὀκτὼ ἐτῶν [Ἀναστάσιος Γόρδιος, Βίος τοῦ … Εὐγενίου Ἰωαννουλίου τοῦ ἐξ Αἰτωλίας …, στὸ Κ. Ν. Σάθας, Μεσαιωνικὴ Βιβλιοθήκη, τ. 3, Βενετία 1872, σ. 470]. Ἐπίσης, εἶναι γνωστὸ πὼς τὸ ἐπώνυμο τοῦ πατέρα τοῦ Ἀναστασίου Γορδίου ἦταν, Παπαλέκας [Κόλια, Ἰωάννα, «Ἀθανάσιος ἱερομόναχος ὁ ἐξ Ἀγράφων (1656;-1719). Ἡ ἐπιστολογραφία του», Μεσαιωνικὰ καὶ Νέα Ἑλληνικὰ 3 (1990) 216]. Ἐξ ἄλλου, ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς, ἀλλὰ καὶ τὶς ἀδελφὲς τοῦ Ἀναστασίου Γορδίου, μὲ βάση ὅσα μᾶς παραδίδουν γραπτὲς πηγές, προκύπτει ὅτι δὲν ὑπῆρξε τεκνογονία. Οἱ τρεῖς ἀδελφοί (Ἀναστάσιος, Ἀθανάσιος καὶ Εὐγένιος) ἦσαν ἱερομόναχοι, μία ἐκ τῶν ἀδελφῶν τους, ἄδηλος, ποὺ ἐνυμφεύθη τὸ ἔμπορο Γεωργούση ἀπὸ τὸ Τετάγιον, ἐχήρευσεν ἐνωρὶς ἄτεκνος [Ἀναστάσιος Γόρδιος, Ἀλληλογραφία, σ. 1217 σχ. ἐπ. 416 καὶ σ. 1221 σχ. ἐπ. 426], ἐνῶ ἡ ἀδελφή τους Φέγγω, τὴν ὁποία ὁ Γόρδιος μνημονεύει στὴ διαθήκη του καὶ ζητεῖ τὴν προστασίαν της [«τὴν δὲ ἀθλίαν ἀδελφὴν ἡμῶν Φέγγον ὅση δύναμις ἐπιμεληθήτωσαν μέχρις οὗ καὶ εἰς τὸ τέλος τῆς ζωῆς παραπέμψουσι»· Βασιλείου, «Ἀναστάσιος Γόρδιος», σ. 147], παρέμεινε ἀνύμφευτος στὰ Βρανιανά. Τὰ περὶ ὑπάρξεως ἀπογόνων τῆς οἰκογένειας τοῦ Γορδίου ὑποστηρίζει, –ἐπίσης λανθασμένα– καὶ ὁ Σωκράτης Κ. Βάμβακος στό Σ. Κ. Β. [=Σωκράτης Κ. Βάμβακος], «Γεώργιος Γόρδιος»,  Θεσσαλικὰ Χρονικὰ 10 (1971) 265. Ὁ Γεώργιος Δ. Παυλίδης ὀρθῶς ἀναφέρει ὅτι δὲν ὑπῆρξαν ἀπόγονοι τῆς οἰκογένειας τοῦ Γορδίου οὔτε ἐξ ἀρρενογονίας, οὔτε ἐκ θηλυγονίας· λανθασμένα ὅμως ἀναφέρει πὼς τὸ «Γόρδιος» ἦταν ἐπώνυμο ἐπίκτητο τῶν τεσσάρων ἀδελφῶν [Γεώργιος Δ. Παυλίδης, «Ἐπίσκεψις εἰς τὴν ἕδραν τῆς Σχολῆς τῶν Ἀγράφων», Θεσσαλικὰ Χρονικὰ 7-8 (1959) 240-241]. Ὁ ἴδιος ὁ Γόρδιος τονίζει γιὰ τὸ προσωνύμιό του: «ὧ Γόρδιος τὸ ἐπώνυμον» [Ἀναστάσιος Γόρδιος, Ἀλληλογραφία, σ. 331, ἐπ. 74], «οὗ τὸ ἐπίκλην Γόρδιος» [Ἀναστάσιος Γόρδιος, Ἀλληλογραφία, σ. 330,  ἐπ. 73], «Ἀναστάσιος, ὁ ἀπὸ τοῦ Γορδίου μᾶλλον ὀνόμασι τοῖς πλείοσι γνωριζόμενος» [Ἀναστάσιος Γόρδιος, Ἀλληλογραφία, σ. 399, ἐπ. 131]. Πιθανώτατα τὸ προσωνύμιο παραπέμπει στὸ ὄνομα τοῦ μάρτυρος Γορδίου († 3 Ἰανουαρίου).
[6] Στὸ ἴδιο, σ. 143.
[7] Στὸ ἴδιο, σ. 146.
Δεῖτε τὴν διαθήκη τοῦ Ἀναστασίου Γορδίου, μεταγραμμένη ἀπὸ τὸν Πάνο Ι. Βασιλείου, βάσει τοῦ κώδικα 2188 τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Ἑλλάδος, ἐδῶ.

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2016

ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΑΘ.ΤΖΑΡΤΖΑΝΟΣ (1873-1946). Η ΑΓΡΑΦΙΩΤΙΚΗ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ

Ἀχιλλέας Ἀθ. Τζάρτζανος (Τύρναβος, 3 Ἀπρ. 1873 - Ἀθήνα, 3 Ἰουνίου 1946)
70 χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμησή του
Ἡ Ἀγραφιώτικη καταγωγή του
Στὴν ἐπὶ δύο αἰῶνες παιδευτικὴ παράδοση τοῦ Τυρνάβου, ὅπου καὶ ἡ ὁμώνυμη Σχολή,[1] μὲ τὴν ὁποία σχετίζεται, τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας,  ἡ περιοχὴ τῶν Ἀγράφων καὶ κυρίως οἱ λόγιοι διδάσκαλοι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης[2] ἐντάσσεται καὶ ἡ προσωπικότητα τοῦ γνωστοῦ φιλολόγου καὶ γλωσσολόγου Ἀχιλλέα Τζάρτζανου (1873-1946),[3]  ὁ ὁποῖος σύμφωνα μὲ δική του μαρτυρία εἶχε ἀπώτερη καταγωγὴ ἀπὸ τὰ Ἄγραφα. Γεννήθηκε στὸν Τύρναβο στὶς 3 Ἀπριλίου τοῦ 1873,[4] ὅταν αὐτὸ τελοῦσε ὑπὸ ὀθωμανικὴ διοίκηση. Ἡ γιαγιά του Ἐλισάβετ Δ. Τζάρτζανου, ἦταν ἀγραφιώτικης καταγωγῆς, ὅπως δηλώνει ὁ ἴδιος: «Ἡ γιαγιά μου αὐτὴ ἦτον ἀγραφιώτικης καταγωγῆς, ἀλλὰ γεννήθηκε στὸν Τύρναβο. Σὰν ὠρφάνεψε ἀπὸ μικρὴ καὶ ἀπὸ μάννα καὶ ἀπὸ πατέρα, τὴν ἐπῆρε ὑπὸ τὴν προστασία της μιὰ θεία της στὴ Λάρισσα καὶ ἐκεῖ κατόπιν τὴν ἐπάντρεψε σὲ ἡλικία δώδεκα ἐτῶν. Ἀλλὰ ὁ πρῶτος της ἄντρας αὐτὸς ἦταν πολὺ κακότροπος καὶ γι᾿ αὐτὸ κάποιος πονόψυχος συγγενής της ἐστάθηκε καὶ τὴν ἐχώρισε καὶ τὴν ξαναέστειλε στὸν Τύρναβο κοντὰ στὶς ἄλλες ἀδελφές της. Ἐκεῖ ξαναπαντρεύτηκε σὲ ἡλικία δέκα ὀκτὼ ἐτῶν καὶ ἐκεῖ ἔζησε ὅλη τὴ ζωή της ἕως τὸ 1897, ὁπότε ἀπέθανε σὲ ἡλικία ἄνω τῶν 100 ἐτῶν. Ἀπ’ αὐτὴν προέρχονται τὰ παλαιϊκώτερα τραγούδια τῆς συλλογῆς μου, καταγραμμένα σὲ δύο τετράδια μὲ χρονολογία ἀπ᾿ ἔξω 1890 καὶ 1892. Εἰς τὸ τέλος τῶν τραγουδιῶν αὐτῶν συντομογραφικῶς θὰ γράφεται Ε. Δ. Τ. (= Ἐλισάβετ Δ. Τζάρτζανου)». Ἀπὸ αὐτὴν ὁ Ἀχ. Τζάρτζανος ἄντλησε,[5] κατὰ πρῶτον, τὸ λαογραφικὸ καὶ γλωσσικὸ ὑλικὸ τῆς μελέτης του «Θεσσαλικὰ τοῦ Τυρνάβου».[6] Ἀκόμη, ὁ Τζάρτζανος στὴ μελέτη του «Περὶ τῆς συγχρόνου θεσσαλικῆς διαλέκτου» δηλώνει πὼς μετὰ τὴν μεγάλη πανώλη τοῦ 1813, ἡ ὁποία εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐρήμωση τῆς πόλης, μία ἀπὸ τὶς ὁμάδες ποὺ ἐπανεποίκησαν τὸν Τύρναβο ἦσαν καὶ οἱ Ἀγραφιῶτες, οἱ ὁποῖοι ‒ὅπως σημειώνει‒ ἐπηρέασαν τὴ σύγχρονη φωνητικὴ διάλεκτο τοῦ τόπου.[7] 

Ἦταν ἕνας ἀληθινὸς Διδάσκαλος τοῦ Γένους καὶ περισσότερο γνωστὸς ὡς ὁ συγγραφέας τοῦ πρώτου Συντακτικοῦ τῆς γλώσσας τῶν σημερινῶν Ἑλλήνων, ἔργο μιᾶς ἐπιστημονικῆς ἰδιοφυΐας μὲ γενικότερη μεγάλη προσφορὰ στὴν πνευματικὴ ζωὴ τῆς χώρας. Ἐκοιμήθη στὶς ὀκτὼ τὸ βράδυ τῆς 3ης Ἰουνίου 1946 στὴν Ἀθήνα,[8] καὶ ἐτάφη στὸ κοιμητήριο Κηφισιᾶς.[9]
                                                                            Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης




[1]Γιὰ τὴ σχολὴ τοῦ Τυρνάβου τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας βλ. Τρύφων Εὐαγγελίδης, Ἡ παιδεία ἐπὶ Τουρκοκρατίας, τ. 1, Ἀθήνα 1936, σ. 226-228· Θ. Α. Νημᾶς, Ἡ ἐκπαίδευση στὴ Δυτικὴ Θεσσαλία κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, Διδακτ. διατριβή, ἐκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1995, σ. 75-77, 87· Ματθ. Κ. Παρανίκας, Σχεδίασμα περὶ τῆς ἐν τῷ ἔθνει καταστάσεως τῶν γραμμάτων ἀπὸ ἁλώσεως Κωνσταντινουπόλεως (1453 μ. Χ.) μέχρι τῆς ἐνεστώσης (ιθ΄) ἑκατονταετηρίδος, Κωνσταντινούπολη 1867· Ἀγγελικὴ Σκαρβέλη-Νικολοπούλου, Τὰ μαθηματάρια τῶν ἑλληνικῶν σχολείων τῆς Τουρκοκρατίας, [Σύλλογος πρὸς διάδοσιν ὠφελίμων βιβλίων], Ἀθήνα 1993, σ. 137, 225.
[2]. Περὶ τῶν σχέσεων Ἀγράφων καὶ Τυρνάβου βλ. Κωνσταντῖνος Σπ. Τσιώλης, «Ἄγραφα καὶ Τύρναβος: πνευματικὲς καὶ ἐμπορικὲς σχέσεις κατὰ τὴν Τουρκοκρατία», Ψηφίδες Ἱστορίας περιοχῆς Τυρνάβου,Τύρναβος 6-7 Φεβρουαρίου 2016, Πρακτικὰ Συνεδρίου, ὑπὸ ἔκδοσιν.
[3]. Βλ. «Ἀφιέρωμα στὸν Ἀχιλλέα Τζάρτζανο», Θεσσαλικὰ Χρονικὰ 7-8 (1959) 7-439.
[4]. Βύρων Γ. Σκρούμπης, Τύρναβος, Ἱστορικὲς-Λαογραφικὲς ἀναδρομές, [Δῆμος Τυρνάβου], Τύρναβος 22001, σ. 104. 
[5]. Παραθέτουμε, ὡς ἕνα μικρὸ δεῖγμα τοῦ λαογραφικοῦ ὑλικοῦ ποὺ ἄντλησε ὁ Τζάρτζανος ἀπὸ τὴν ἀγραφιώτικης καταγωγῆς γιαγιά του Ἐλισσάβετ, ἕνα δίστιχο ποὺ δηλώνει ὅτι κατέγραψε ἀπὸ ἐκείνη: «Ὅπχιους θέλει νἀγαπήσῃ πρέπει νἄχῃ ὑπουμουνή / μαχιριὲς νὰ τοὺν βαροῦνι, κὶ νὰ λέῃ· «Δὲ μὶ πουνεῖ!»· Ἀχιλλεὺς Τζάρτζανος, «Θεσσαλικὰ τοῦ Τυρνάβου», Θεσσαλικὰ Χρονικὰ 2 (1931) 53.
[6]. Βλ. Τζάρτζανος, «Θεσσαλικὰ τοῦ Τυρνάβου», 5.
[7]. Βλ. Ἀχιλλεὺς Τζάρτζανος, Περὶ τῆς συγχρόνου θεσσαλικῆς διαλέκτου, Ἀθήνα 1909, σ. 8.
[8]. Νέα Ἑστία, 452-453(1946), 567· Σκρούμπης, Τύρναβος, σ. 106
[9]. Βλ. Ζήσιμος Λορεντζάτος, Collectanea, ἐπ. Σταῦρος Ζουμπουλάκης, ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα 2009, σ. 20-21, ὅπου στὴν ὑπ᾿ ἀρ. 44 ἀχρονολόγητη ἡμερολογιακὴ καταγραφή του ὁ σπουδαῖος διανοητὴς καὶ ἀνεψιὸς τοῦ Ἀχ. Τζαρτζάνου, Ζήσιμος Λορεντζάτος (1915-2004) σημειώνει μεταξὺ ἄλλων: «Χθὲς κηδέψαμε τὸν ἀγαπητὸ θεῖο Ἀχιλλέα (Τζάρτζανο). Θάφτηκε λίγα μέτρα μακρύτερα ἀπὸ τὸν τάφο τοῦ πατέρα μου, στὸ νεκροταφεῖο τῆς Κηφισιᾶς. Μίλησε σύντομα ὁ Ἄμαντος μνημονεύοντας Δασκάλους τοῦ Γένους …». Σημειώνεται πὼς ὁ Λορεντζάτος,ἐπίσης, σὲ ἄλλη καταγραφή του σχετικὴ μὲ τὰ Ἄγραφα καὶ τοὺς Δασκάλους τοῦ Γένους γράφει γιὰ τὸν Εὐγένιο Γιαννούλη τὸν Αἰτωλό (περ. 1597-1682) στὸ ἔργο του COLLECTANEA:
   «Γυρεύω νὰ μάθω περισσότερα γιὰ τὴ θαυμαστὴ γραφὴ τοῦ Εὐγενίου (Γιαννούλη) τοῦ Αἰτωλοῦ († 1682) ‒ ἀπὸ τὶς ζωντανότερες ποὺ ξέρω πρὶν τὸ Μακρυγιάννη». Ἡ ἡμερολογιακὴ αὐτὴ καταγραφὴ δὲν εἶναι χρονολογημένη, φέρει δὲ τὸν ἀριθμὸ 55 (βλ. Ζήσιμος Λορεντζάτος, Collectanea, σ. 26· http://ellinomouseionagrafon.blogspot.gr/2015/12/100.html ).

Τὴν Γραμματικὴ τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Γλώσσης τοῦ Ἀχιλλέως Τζαρτζάνου, βλέπε ἐδῶ